Ομιλία στην σεπτή Μεταμόρφωση τού Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού1 Στην οποία αποδεικνύεται ότι το κατ' αυτήν φως είναι άκτιστο Αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά

Κείμενο
Μετάφραση
1. Eπαινούμεν και ημείς και θαυμάζομεν αναθεωρούντες την μεγαλουργίαν ταύτην του Θεού, την ορωμένην άπασαν λέγω κτίσιν. Επαινούσι ταύτην και θαυμάζουσιν εξερευνώντες και οι τών Ελλήνων σοφοί. Αλλ' ημείς μεν εις δόξαν τού Κτίσαντος, εκείνοι δε κατά δόξης τού Κτίσαντος· ελάτρευσαν γαρ αθλίως τη κτίσει παρά τον Κτίσαντα.
Ούτω και τας προφητικάς και Αποστολικάς και πατρικάς φωνάς διασαφούμεν και ημείς, αλλ' εις ωφέλειαν των εντυγχανόντων και ύμνον τού δια τών Προφητών και Αποστόλων και πατέρων λαλήσαντος Πνεύματος.
Επιχειρούσι ταύτας διερμηνεύειν και οι κατά καιρούς πονηράς αιρέσεως προϊστάμενοι, αλλ' εις βλάβην τών αυτοίς πειθομένων και τής κατ' ευσέβειαν αληθείας αθέτησιν, ταις του Πνεύματος φωναίς κατά τού Πνεύματος χρώμενοι.
Και αυτόν δε τον του ευαγγελίου της χάριτος λόγον, υψηλόν όντα και πρεσβυτικαίς ακροαίς και διανοίαις κατάλληλον, οι θεοφόροι πατέρες ημών δια των οικείων στομάτων οίον καταλεαίνοντες, κατάλληλον αυτόν και τοις ατελέσιν ημίν απεργάζονται, καθάπερ αι φιλόπαιδες μητέρες, διαμασώμεναι την στερεωτέραν τροφήν, εύχρηστόν τε και ευπαράδεκτον και τοις υπομαζίοις έτι κατασκευάζουσιν επεί και το εν τοις στόμασι τών κατά σώμα μητέρων υγρόν τροφή γίνεται τοις παισί και τα εν ταις καρδίαις τών θεοφόρων πατέρων νοήματα πρόσφορος τροφή γίνεται ταις τών ακουόντων και πειθομένων ψυχαίς, των δε πονηρών και κακοδόξων τα στόματα ιού γέμει θανατηφόρου, ου μιγνυμένου τοις ρήμασι τής ζωής, θανατηφόρα και ταύτα τοις απερισκέπτως ακούουσι γίνεται.
1. Eπαινούμε κι εμείς και θαυμάζουμε, καθώς αντικρίζουμε αυτό το μεγαλούργημα του Θεού, δηλαδή όλη τη βλεπόμενη, λέω κτίση. Την επαινούν και τη θαυμάζουν εξερευνώντας την, και οι σοφοί των Ελλήνων. Αλλά εμείς μεν αυτό το κάνουμε εις δόξαν του Δημιουργού, εκείνοι όμως εναντίον τής δόξας του Δημιουργού· Επειδή με άθλιο τρόπο “λάτρεψαν την κτίση αντί τον Κτίστη”.
Έτσι, επεξηγούμε κι εμείς τις προφητικές και Αποστολικές και πατερικές φωνές, αλλά για ωφέλεια τών αναγνωστών και για ύμνο τού Πνεύματος που μίλησε δια μέσου τών Προφητών και Αποστόλων και πατέρων.
Αυτές επιχειρούν να τις διερμηνεύσουν και οι κατά καιρούς αρχηγοί τής πονηρής αιρέσεως, αλλά προς βλάβη τών οπαδών τους και αθέτηση τής κατ' ευσέβειαν αληθείας, χρησιμοποιώντας τους λόγους τού Πνεύματος κατά τού Πνεύματος.
Αλλά και τον ίδιο τον λόγο τής Χάριτος τού ευαγγελίου, που είναι υψηλός και κατάλληλος για ώριμες ακοές και διάνοιες, οι θεοφόροι πατέρες τον καθιστούν και για τους ατελείς κατάλληλο, μαλακώνοντάς τον κατά κάποιον τρόπο με τα στόματά τους, όπως ακριβώς οι φιλότεκνες μητέρες, μασώντας την στερεότερη τροφή, την καθιστούν εύχρηστη και εύληπτη και από τα θηλάζοντα ακόμη παιδιά. Επειδή και το υγρό που είναι στα σώματα τών κατά το σώμα μητέρων, γίνεται τροφή για τα παιδιά. Και τα νοήματα που είναι στις καρδιές τών θεοφόρων πατέρων γίνονται κατάλληλη τροφή για τις ψυχές αυτών που τα ακούνε και πείθονται.
Όμως τα στόματα τών πονηρών και κακοδόξων είναι γεμάτα θανατηφόρο δηλητήριο, που όταν αναμιχθεί με τα λόγια τής ζωής, τα κάνει κι αυτά θανατηφόρα σε αυτούς που τα ακούνε απερίσκεπτα.
2. Φύγωμεν ουν τους τας πατρικάς εξηγήσεις μη παραδεχομένους, αλλά παρ' εαυτών πειρωμένους εισάγειν τα εναντία, και τας μεν εν τω γράμματι λέξεις πιριέπειν υποκρινομένους, την δε ευσεβή διάνοιαν απωθουμένους· και φύγωμεν μάλλον ή φεύγει τις από όφεως. Ο μεν γαρ ενδακών το σώμα θανατοί πρόσκαιρα, τής αθανάτου ψυχής χωρίσας· οι δε τής ψυχής αυτής λαβόμενοι τοις οδούσι χωρίζουσιν αυτήν του Θεού, όπερ εστί θάνατος αιώνιος τής αθανάτου ψυχής.
Φεύγωμεν ουν τους τοιούτους πάση δυνάμει, και προσφεύγωμεν τοις υποτιθεμένοις τα ευσεβή και σωτήρια, ως συνάδοντα ταις πατρικαίς παραδόσεσι.
2. Ας αποφύγουμε λοιπόν όσους δεν παραδέχονται τις πατερικές εξηγήσεις, αλλά επιχειρούν να εισαγάγουν τα αντίθετα μόνοι τους, και τις μεν λέξεις τού κειμένου προσποιούνται ότι μεταχειρίζονται, το δε ευσεβές νόημα απορρίπτουν. Ας τους αποφύγουμε μάλιστα περισσότερο από όσο φεύγει κανείς από φίδι. Επειδή το μεν φίδι, όταν δαγκώσει, θανατώνει πρόσκαιρα το σώμα, χωρίζοντάς το από την αθάνατη ψυχή· εκείνοι όμως, πιάνοντας με τα δόντια την ίδια την ψυχή, την χωρίζουν από τον Θεό, κάτι που είναι αιώνιος θάνατος της αθάνατης ψυχής.
Ας αποφεύγουμε λοιπόν αυτού τού είδους τους ανθρώπους με κάθε τρόπο και ας προσφεύγουμε στους διδάσκοντες τα ευσεβή και σωτήρια, γιατί συμφωνούν με τις πατερικές παραδόσεις.
3. Τοιαύτα δε νυν είπον και ταύτα προοιμιασάμην προς την υμετέραν αγάπην, επεί την επ' όρους σεπτήν τού Χριστού Μεταμόρφωσιν εορτάζομεν σήμερον και περί τού κατ' αυτήν φωτός ο λόγος ημίν, καθ' ου πολύς έτι νυν αγών τοις τού φωτός πολεμίοις. Φέρε δη μικρόν άνωθεν προθώμεν τας σήμερον αναγινωσκομένας ευαγγελικάς φωνάς εις ανάπτυξιν τού μυστηρίου και τής αληθείας παράστασιν.
«Μεθ' ημέρας έξ παραλαμβάνει ο Ιησούς τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην και αναφέρει αυτούς εις όρος υψηλόν κατ' ιδίαν, και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος»2.
Τούτο δη του ευαγγελίου πρώτον κατιδείν αναγκαίον, μετά ποίαν ημέραν ο Απόστολος του Χριστού και ευαγγελιστής Ματθαίος τας έξ ημέρας αριθμεί, μεθ' ας η τής τού Κυρίου μεταμορφώσεως ημέρα επέστη; Μετά ποίαν ουν;
Μετ' εκείνην, καθ' ην διδάσκων τους εαυτού μαθητάς ο Κύριος, έλεγεν, ότι μέλλει ο Υιός του ανθρώπου έρχεσθαι εν τη δόξη τού Πατρός αυτού, και προσετίθει λέγων «ότι εισί τίνες τών ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία αυτού»,3 δόξαν του Πατρός και βασιλείαν εαυτού καλών το φως τής οικείας μεταμορφώσεως. Τούτο και ο ευαγγελιστής Λουκάς υποδεικνύς και σαφέστερον εκτιθέμενος, «έγιναν», φησίν, «μετά τους λόγους τούτους ωσεί ημεραι οκτώ, και παραλαβών τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην, ανέβη εις το όρος προσεύξασθαι και εγένετο εν τω προσεύχεσθαι αυτόν το είδος τού προσώπου αυτού έτερον και ο ιματισμός αυτού λευκός εξαστράπτων».4 .
3. Αυτά τα είπα τώρα και έκανα αυτό το προοίμιο προς την αγάπη σας, επειδή σήμερα γιορτάζουμε τη σεπτή μεταμόρφωση του Χριστού και ο λόγος μας είναι για το φως της, εναντίον του οποίου πολύς αγώνας διεξάγεται ακόμη τώρα, από τους εχθρούς τού φωτός. Ας προβάλουμε λοιπόν από λίγο παραπάνω το αναγινωσκόμενο σήμερα ευαγγελικό κείμενο γι' ανάπτυξη τού μυστηρίου και απόδειξη τής αληθείας.
«Έπειτα από έξι ημέρες παραλαμβάνει ο Ιησούς τον Πέτρο και Ιάκωβο και Ιωάννη και τους ανεβάζει ιδιαιτέρως σε υψηλό όρος, και μεταμορφώθηκε εμπρός τους και έλαμψε το πρόσωπό του σαν ο ήλιος»2.
Τούτο λοιπόν είναι ανάγκη να εξετάσουμε πρώτα από το ευαγγέλιο: Έπειτα από ποια ημέρα αριθμεί τις έξι ημέρες ο Απόστολος τού Χριστού και ευαγγελιστής, έπειτα από τις οποίες έφθασε η ημέρα της μεταμορφώσεως του Κυρίου; Μετά από ποια λοιπόν;
Έπειτα από εκείνην, κατά την οποία ο Κύριος, διδάσκοντας τους μαθητές του, έλεγε ότι πρόκειται να έλθει ο Υιός τού ανθρώπου μέσα στη δόξα του Πατρός Του, και προσέθετε, «ότι υπάρχουν μερικοί από αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευθούν θάνατο, έως ότου δουν τον Υιό του ανθρώπου να έρχεται στη βασιλεία Του»3.
“Δόξα του Πατρός” και “βασιλεία Του” καλεί εδώ το φως τής μεταμορφώσεώς Του. Τούτο υποδεικνύει και εκθέτει σαφέστερα και ο ευαγγελιστής Λουκάς, όταν λέει: «Πέρασαν έπειτα από αυτούς τους λόγους οκτώ περίπου ημέρες· τότε, αφού παρέλαβε τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί· και, καθώς προσευχόταν, το είδος τού προσώπου Του έγινε διαφορετικό και τα ρούχα Του άστραψαν από λευκότητα»4.
4. Αλλά πώς συμφωνούσιν αλλήλοις, ο μεν οκτώ φανερώς ειπών τας μεταξύ τής επαγγελίας και τής επιφανείας ημέρας, ο δε, μεθ' ημέρας έξ;
Ακούετε και συνίετε. Οκτώ επί του όρους ήσαν, και έξ εφαίνοντο. Τρεις ούτοι, Πέτρος και Ιάκωβος και Ιωάννης, οι τω Ιησού συναναβάντες· είδον δε εκεί συνόντας αυτώ και συλλαλούντας, και τον Μωυσήν και τον Ηλίαν, ως είναι τούτους έξ.
Αλλά τω Κυρίω πάντως αοράτως και ο Πατήρ και το Πνεύμα το Άγιον συνήν, ο Μεν μαρτύρων δια φωνής οικείας αγαπητόν υιόν είναι τούτον εαυτού, Το Δε, δια τής φωτεινής νεφέλης συνεκλάμπον και το τού Υιού προς τε αυτό και τον Πατέρα συμφυές και ενιαίον τού φωτός δεικνύον·τούτων γαρ πλούτος η συμφυΐα και το έν έξαλμα τής λαμπρότητος. Ούτως ούν οκτώ εισιν οι έξ.
Ως ουν εν τούτοις ουδεμίαν διαφωνίαν έχει ο έξ προς τον οκτώ, ούτως ουδέ οι ευαγγελισταί διαφωνούσιν, ο μεν ειπών μεθ' ημέρας έξ, ο δε Λουκάς, εγένοντο μετά τους λόγους τούτους ως ημέραι οκτώ· αλλ' οιόν τινα τύπον ημίν δι' αμφοτέρων τούτων έδωκαν τών λόγων τών εν τω όρει μυστικώς άμα και εμφανώς συνειλεγμένων.
4. Αλλά πώς συμφωνούν μεταξύ τους, αφού ο μεν ένας είπε φανερά οκτώ τις ημέρες μεταξύ τής επαγγελίας και τής επιφανείας, ο δε άλλος, μετά έξι ημέρες;
Ακούσατε και αντιληφθείτε. Επάνω στο όρος ήταν οκτώ και φαίνονταν έξι. Αυτοί οι τρεις, Πέτρος και Ιάκωβος και Ιωάννης, που ανέβηκαν μαζί με τον Ιησού και είδαν εκεί να βρίσκονται και να μιλούν μαζί Του και ο Μωυσής και ο Ηλίας, ώστε να είναι αυτοί έξι.
 Αλλά πάντως μαζί με τον Κύριο συνυπήρχαν αοράτως και ο Πατήρ και το Πνεύμα το Άγιο· ο Πρώτος μαρτυρώντας με τη φωνή Του ότι τούτος είναι αγαπητός Υιός Του, Το Δεύτερο συνεκλάμποντας δια της φωτεινής νεφέλης και δείχνοντας το συμφυές και ενιαίο τού φωτός τού Υιού, τόσο προς Αυτό όσο και προς τον Πατέρα· επειδή πλούτος τούτων είναι η συμφυΐα και η ενιαία έξαρση τής λαμπρότητας. Έτσι λοιπόν οι έξι είναι οκτώ.
Όπως λοιπόν ο αριθμός έξι δεν έχει καμιά διαφωνία προς τον οκτώ σ' αυτούς, έτσι ούτε οι ευαγγελιστές δεν διαφωνούν, όταν ο μεν ένας λέει «έπειτα από έξι ημέρες», ο δε Λουκάς «πέρασαν μετά τους λόγους τούτους οκτώ περίπου ημέρες»· αλλά και με τους δύο τούτους λόγους μάς έδωσαν ένα είδος τύπου τών συναθροισμένων στο όρος, με μυστικό μαζί και φανερό τρόπο.
5. Ίδοι γαρ αν τις ούτω και κατά το γράμμα καλώς σκοπών ομολόγους αλλήλους τους θεοκήρυκας. Οκτώ γαρ είπεν ο Λουκάς ημέρας, ου διαφωνών προς εκείνον, ειπόντα μεθ' ημέρας έξ, αλλά συμπεριλαβών και την ημέραν καθ' ην οι λόγοι εκείνοι ελέχθησαν και την ημέραν καθ' ην μετεμορφώθη ο Κύριος· άς και ο Ματθαίος νοείν δίδωσι τοις συνετώς σκοπούσι, δια και την “μετά” πρόθεσιν, την υστεραίαν δηλούσαν, ούτος μεν είπεν, εκείνος δε αφήκεν ου γαρ μεθ' ημέρας οκτώ φησιν, ως εκείνος μεθ' ημέρας έξ, αλλ' εγένοντο ως ημέραι οκτώ. Ούτως ουδέν παρηλλαγμένον εν τη τών Ευαγγελιστών ιστορική διάνοια.5. Θα μπορούσε μάλιστα έτσι να δει κανείς, εξετάζοντας καλώς και κατά το γράμμα, ότι είναι ομόλογοι οι θεοκήρυκες ευαγγελιστές. Επειδή ο Λουκάς είπε οκτώ ημέρες, χωρίς να διαφωνεί προς εκείνον που είπε έπειτα από έξι ημέρες, αλλά συμπεριλαμβάνοντας και την ημέρα κατά την οποία ελέχθηκαν οι λόγοι εκείνοι και την ημέρα κατά την οποία μεταμορφώθηκε ο Κύριος. Αυτές (τις ημέρες) ακριβώς επιτρέπει και ο Ματθαίος να εννοήσουν οι συνετώς εξετάζοντες, χρησιμοποιώντας και την πρόθεση “μετά”, που δηλώνει την επομένη. Αυτός μεν την χρησιμοποίησε, ο άλλος όμως την παρέλειψε· διότι δεν λέγει μετά οκτώ ημέρες, όπως εκείνος μετά έξι ημέρες, αλλά “πέρασαν οκτώ περίπου ημέρες”. Έτσι δεν υπάρχει καμιά διαφορά στην ιστορική έννοια των Ευαγγελιστών.
6. Αλλά και έτερόν τι μέγα τε και μυστικόν δι' αλλήλων ημίν εν τω δοκείν διαφωνείν υποφαίνουσι· και δη προσέχετε τον νουν τοις ρηθησομένοις, όσοι διαβατικώτεροι την διάνοιαν.
Δια τι γαρ ο μεν μετά έξ ημέρας είπεν, ο δε υπερέβη και την εβδόμην, τής ογδόης μνησθείς;
Διότι το μέγα θέαμα τού φωτός τής τού Κυρίου μεταμορφώσεως, τής ογδόης ήτοι του μέλλοντος αιώνός εστί το μυστήριον, μετά την κατάπαυσιν του εν έξ ημέραις γεγονότος κόσμου και την υπέρβασιν της καθ' ημάς αισθήσεως εξαδικώς ενεργούσης αναφαινόμενον· πέντε γαρ αισθήσεις έχομεν, προστιθέμενος δε ταύταις ο κατ' αίσθησιν προφορικός λόγος, εξαδικήν την ενέργειαν τής αισθήσεως ημών απεργάζεται.
Ου μόνον δε υπέρ αίσθησιν, αλλά και υπέρ λόγον εστίν η επηγγελμένη τοις αξίοις τού Θεού βασιλεία· δια τούτο μετά την καλήν ανενεργησίαν τών εξαδικώς τούτων εκτελουμένων, ής ανενεργησίας το αξίωμα η εβδόμη πλουτεί, κατά την ογδόην δυνάμει κρείττονος ενεργείας η βασιλεία του Θεού αναφαίνεται.
Και ταύτην την του θείου Πνεύματος δύναμιν, δι' ής οράται τοις αξίοις ή τού Θεού βασιλεία, κατά τον θείον Λουκάν ο Κύριος ενδεικνύμενος τοις μαθηταίς, προείπεν «εισί τινες τών ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν τού Θεού εληλυθυΐαν εν δυνάμει»5, τουτέστι, τω δύναμιν τοις ορώσι παρασχείν ιδείν τα αθέατα, τής θανασίμου και ψυχωλέθρου προκαθάρασα λύμης, ήτις εστίν η αμαρτία· ταύτης δε γεύσίς εστίν η εν τω λογισμώ της κακίας αρχή, ης οι προκαθαρθέντες ου γεύονται τού κατά ψυχήν θανάτου, τη δυνάμει τής μελλούσης επιφανείας αμόλυντοι τηρηθέντες, ως εγώ νομίζω, και την διάνοιαν.
6. Αλλά με την φαινομενική διαφωνία μεταξύ τους μάς υποδηλώνουν και κάτι άλλο μεγάλο και μυστικό. Γι' αυτό όσοι είσθε διαπεραστικοί κατά τη διάνοια εντείνετε την προσοχή σας σε όσα θα λεχθούν:
Γιατί ο μεν ένας είπε μετά έξι ημέρες, ο δε άλλος πέρασε και την εβδόμη, μνημονεύοντας την ογδόη;
Επειδή το μέγα θέαμα του φωτός τής μεταμορφώσεως του Κυρίου είναι μυστήριο της ογδόης ημέρας, δηλαδή του μέλλοντος αιώνος, που αναφαίνεται μετά την κατάπαυση του κόσμου που έγινε σε έξι ημέρες και την υπέρβαση της αισθήσεώς μας που ενεργεί εξαδικώς· επειδή πέντε αισθήσεις έχουμε, και αν προσθέσουμε σ' αυτές τον αισθητό προφορικό λόγο, τότε αυτός καθιστά εξαδική την ενέργεια της αισθήσεώς μας.
Είναι δε η υποσχεμένη για τους αξίους βασιλεία του Θεού, όχι μόνο πάνω από την αίσθηση, αλλά και πάνω από τον λόγο· γι' αυτό μετά την καλή απραξία τούτων τών εξαδικώς εκτελούμενων, (τής οποίας ανενεργησίας την αξία καρπώνεται η εβδόμη), κατά την ογδόη με τη δύναμη ασυγκρίτως ανώτερης ενεργείας αναφαίνεται η βασιλεία του Θεού.
Και αυτή τη δύναμη του θείου Πνεύματος, δια της οποίας βλέπεται από τους αξίους η βασιλεία του Θεού, προείπε ο Κύριος φανερώνοντας κατά τον θείο Λουκά στους μαθητές: «υπάρχουν μερικοί από αυτούς που στέκονται εδώ οι οποίοι δεν θα γευθούν θάνατο, έως ότου δουν τη βασιλεία του Θεού να έχει έλθει εν δυνάμει»5.
Αυτό σημαίνει τη δύναμη που παρέχει στους βλέποντες, να δουν τα αθέατα προ-καθαρίζοντας τη θανάσιμη και ψυχώλεθρη φθορά, που είναι η αμαρτία. Και γεύση αυτής τής αμαρτίας είναι η αρχή της κακίας στο λογισμό, από την οποία όσοι προ-καθαρθούν δεν γεύονται τον κατά ψυχή θάνατο, διατηρούμενοι αμόλυντοι και κατά την διάνοια, (όπως νομίζω εγώ), με τη δύναμη τής μέλλουσας επιφανείας.
7. «Εισί τινες τών ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσονται θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν τού Θεού εληλυθυΐαν εν δυνάμει».
Πανταχού εστίν ο τού παντός βασιλεύς και πανταχού εστίν η βασιλεία αυτού, ώστε το έρχεσθαι την αυτού βασιλείαν, ου το άλλοθεν αλλαχόσε παραγίνεσθαι δηλοί, αλλά το φανερούσθαι ταύτην τη δυνάμει του θείου Πνεύματος· δια τούτο έλεγεν εληλυθυΐαν εν δυνάμει. Ήτις δύναμις ουχ απλώς τοις τυχούσιν εγγίνεται, αλλά τοις εστηκόσι μετά του Κυρίου, τουτέστι τοις εστηριγμένοις εν τη πίστει αυτού και τοις κατά Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην, και τούτοις αναφερομένοις υπό τού λόγου πρότερον εις όρος υψηλόν, δηλονότι τής φυσικής ημών ταπεινότητος υπεραναβιβαζομένοις·
επεί και δια τούτον Θεός εν όρει, κατά τον ειπόντα, φαντάζεται, το μέντοι καταβαίνων αυτός τής οικείας περιωπής, το δε ημάς ανάγων εκ της κάτωθεν ταπεινώσεως, ίνα χωρηθή μετρίως γουν γεννητή φύσει και όσον ασφαλές ο Αχώρητος. Η δε τοιαύτη φαντασία, ου του νου χείρων, αλλά πολλώ κρείπων και υψηλότερα, ως εγγινομένη τη δυνάμει του θείου Πνεύματος.
7. «Υπάρχουν μερικοί από αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευθούν θάνατο, έως ότου δουν τη βασιλεία του Θεού να έχει έλθει δυναμικά».
Παντού είναι ο Βασιλιάς τού παντός και παντού είναι η βασιλεία Του, γι' αυτό το να έρχεται η βασιλεία Του δεν δηλώνει το ότι φθάνει από αλλού σε άλλα μέρη, αλλά το ότι αυτή φανερώνεται με τη δύναμη τού θείου Πνεύματος· γι' αυτό έλεγε να έχει έλθει “εν δυνάμει”. Αλλά η δύναμη αυτή δε συναντά αδιάκριτα τον καθένα, παρά μόνο όσους στέκονται μαζί με τον Κύριο, δηλαδή τους στηριγμένους στην πίστη Του και όσους μοιάζουν με τον Πέτρο και Ιακωβο και  Ιωάννη, που και αυτοί φέρονται προηγουμένως από τον λόγο επάνω σε υψηλό όρος, δηλαδή ανεβάζονται επάνω από τη φυσική μας μηδαμινότητα.
Και αυτή είναι η αιτία που μιλάμε σαν να είναι ο Θεός πάνω σε όρος. Ότι φανταζόμαστε αφ' ενός μεν Αυτόν να κατεβαίνει από τη μεγαλωσύνη Του, αφ' ετέρου να ανεβάζει εμάς από τη χαμηλή μηδαμηνότητα, για να χωρέσει ο Αχώρητος, (μετρίως φυσικά και όσο είναι ασφαλές), σε γεννητή φύση. Και αυτή η εντύπωση δεν είναι υποδεέστερη από τη λογική, αλλά ασύγκριτα ανώτερη και υψηλότερη, αφού πηγάζει από τη δύναμη του θείου Πνεύματος.
8. Ου γίνεται τοιγαρούν και απογίνεται, ουδέ περιγράφεται, ουδ' αισθητική δυνάμει υποπίπτει το φως τής τού Κυρίου μεταμορφώσεως, ει και δι' οφθαλμών σωματικών εώραται και προς ολίγον χρόνον και εν βραχεία τού όρους κορυφή, αλλ' από τής σαρκός επί το πνεύμα τηνικαύτα, κατά τον ειπόντα, μετέβησαν οι του Κυρίου μύσται τη εναλλαγή τών αισθήσεων, ην αυτοίς το Πνεύμα ενήργησε, και ούτως είδον, ου τε και εφ' όσον εχαρίσατο τούτοις η του θείου Πνεύματος δύναμις, το απόρρητον εκείνο φως· ό μη συνιδόντες οι νυν εις τούτο βλασφημούντες, αισθητική τε και κτιστή δυνάμει τους εκκρίτους τών Αποστόλων ιδείν ωήθησαν το φως τής τού Κυρίου μεταμορφώσεως, και δια τούτο κατασπάν επιχειρούσιν εις κτίσμα, μη μόνον το φως εκείνο, την τού Θεού δόξαν και βασιλείαν, αλλά και την δύναμιν τού θείου Πνεύματος, δι' ής τα θεία τοις αξίοις αποκαλύπτεται.
Ου γαρ ήκουσαν ή ουκ επίστευσαν Παύλω λέγοντι, «ά οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν, ημίν δε απεκάλυψεν ο Θεός δια τού Πνεύματος αυτού· το γαρ Πνεύμα ερευνά και τα βάθη τού Θεού»6
8. Επομένως ούτε δημιουργείται ούτε χάνεται, ούτε περιγράφεται, ούτε υποπίπτει σε αισθητική δύναμη το φως τής μεταμορφώσεως τού Κυρίου, αν και βλέπεται με σωματικά μάτια για λίγο χρόνο και σε χαμηλή κορυφή του όρους· αλλά μεταβαίνει αμέσως από τη σάρκα στο πνεύμα, σύμφωνα μ' αυτόν που είπε: “με την εναλλαγή τών αισθήσεων, που ενήργησε σ' αυτούς το Πνεύμα, μετέβησαν οι μύστες του Κυρίου”· και έτσι είδαν αυτό που χάρισε και όσο χάρισε σ' αυτούς η δύναμη του θείου Πνεύματος, το απόρρητο εκείνο φως. Τούτο το φως το Οποίο χωρίς να το έχουν δει και αυτοί που τώρα το βλασφημούν, νόμισαν ότι οι πρόκριτοι των Αποστόλων είδαν το φως τής μεταμορφώσεως του Κυρίου με αισθητική και κτιστή δύναμη, και γι' αυτό επιχειρούν να το υποβιβάσουν σε κτίσμα. Όχι μόνο εκείνο το φως, δηλαδή την δόξα και βασιλεία τού Θεού, αλλά και τη δύναμη τού θείου Πνεύματος, δια τής οποίας αποκαλύπτονται τα θεϊκά στους αξίους.
Επειδή δεν άκουσαν ή δεν πίστευσαν στον Παύλο που έλεγε, «τα οποία οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε, και τα οποία δεν ανέβηκαν σε καρδιά ανθρώπου, αυτά που ετοίμασε ο Θεός σ' αυτούς που τον αγαπούν, σ' εμάς δε αποκάλυψε ο Θεός δια τού Πνεύματός του· διότι το Πνεύμα ερευνά και τα βάθη τού Θεού»6.
9. Αλλά τής ογδόης επιστάσης, καθάπερ είρηται, παραλαβών ο Κύριος τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην, ανέβη εις το όρος προσεύξασθαι·αεί γαρ, ή πάντων, και αυτών τών Αποστόλων, αποχωρών μόνος προσηύχετο, καθάπερ ηνίκα τους πεντακισχιλίους συν γυναιξί και παιδίοις πέντε άρτοις και δυσίν ιχθύσιν εξέθρεψε, πάραυτα γαρ πάντας απολύσας και τους μαθητάς πάντας αναγκάσας εμβήναι εις το πλοίον, αυτός ανέβη εις το όρος προσεύξασθαι·7 ή συμπαραλαμβάνων ολίγους και τους τών άλλων υπερέχοντας μεθ' εαυτού· και τού σωτηρίου γαρ πάθους προσάγοντος, τοις μεν άλλοις μαθηταίς φησι, καθίσατε ώδε, έως προσεύξομαι· παραλαμβάνει δε τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην8 μεθ' εαυτού. Τούτους ουν κανταύθα μόνους παραλαβών «αναφέρει εις όρος υψηλόν κατ' ιδίαν, και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών», τουτέστιν αυτών ορώντων.
9. Αλλά όταν έφθασε η ογδόη, όπως έχει λεχθεί, ο Κύριος παραλαμβάνοντας τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί· επειδή πάντοτε προσευχόταν απομακρυνόμενος από όλους, ακόμα και από τους Αποστόλους· όπως όταν έθρεψε με πέντε άρτους και δυο ψάρια τους πέντε χιλιάδες άνδρες μαζί με γυναίκες και παιδιά, αμέσως τους έδιωξε όλους και ανάγκασε όλους τους μαθητές να μπουν στο πλοίο, και αυτός ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθή·7ή παίρνοντας μαζί του λίγους, εκείνους που υπερείχαν από τους άλλους.
Και όταν πλησίαζε το σωτηριώδες πάθος, στους μεν άλλους μαθητές λέει: “καθήστε εδώ, έως ότου προσευχηθώ”. Και παίρνει μαζί του τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη.8 Αυτούς λοιπόν, αφού παρέλαβε κι εδώ μόνους, «τους ανεβάζει ιδιαιτέρως σε όρος ψηλό και μεταμορφώθηκε εμπρός τους», δηλαδή ενώ αυτοί έβλεπαν.
10. Τις εστί μετεμορφώθη;
Φησίν ο Χρυσόστομος θεολόγος· παρήνοιξεν, ως ευδόκησεν, ολίγον τής θεότητος, και τοις μύσταις έδειξε τον ενοικούντα Θεόν. «εγένετο γαρ εν τω προσεύχεσθαι αυτόν», ως ο Λουκάς φησι, «το είδος αυτού έτερον, λάμψαν ώσπερ ο ήλιος», ως ο Ματθαίος γράφει.
Ως ήλιος δε είπεν, ουχ ίνα αισθητόν εννοήση τις το φως εκείνο, - άπαγε τής κατά νουν αβλεψίας τών μηδέν τών κατ' αίσθησιν φαινομένων υψηλότερον εννοείν δυναμένων,- αλλ' ίνα γνώμεν, ότι ο τοις κατ' αίσθησιν ζώσι και δι' αισθήσεως ορώσίν εστίν ο ήλιος, τούτο τοις κατά πνεύμα ζώσι και εν Πνεύματι ορώσίν εστιν ο Χριστός ως Θεός, και ου χρεία τοις θεοειδέσιν εν τη θεοπτία φωτός ετερου· τοις γαρ αϊδίοις αυτός εστι φως και ουκ άλλο· τι γαρ δει φωτός δευτέρου τοις το μέγιστον έχουσιν;
Εν τω προσεύχεσθαι δε ούτως, έλαμψε και ανεκάλυψεν απορρήτως τοις τών μαθητών εκκρίτοις το απόρρητον εκείνο φως, τών άκρων Προφητών συνόντων, ίνα δείξη πρόξενον ούσαν την προσευχήν τής μακαρίας εκείνης θέας, και μάθωμεν, ότι δια τής προς Θεόν κατ' αρετήν εγγύτητος και τής προς Αυτόν κατά νουν ενώσεως, η λαμπρότης εγγίνεται και αναφαίνεται εκείνη, πάσι διδομένη τε και ορωμένη τοις δι' αγαθοεργίας ακριβούς και δια προσευχής ειλικρινούς ανατεινομένοις αδιαλείπτως προς Θεόν· κάλλος γαρ, φησίν, αληθινόν και ερασμιώτατον, μόνω τω τον νουν κεκαθαρμένω θεωρητόν, το περί την θείαν και μακαρίαν φύσιν εστίν, ού ο ενατενίσας ταις μαρμαρυγαίς και ταις χάρισι, μεταλαμβάνει τι απ' αυτού, ώσπερ αίγλην τινά ανθηράν εις την οικείαν όψιν αναχρωννύμενος· όθεν και Μωυσής εν τω ομιλείν Θεώ εδοξάσθη το πρόσωπον.
10. Τι σημαίνει “μεταμορφώθηκε”;
Λέει ο θεολόγος Χρυσόστομος: “άνοιξε, όπως ευδόκησε, λίγο από τη θεότητα κι έδειξε στους μύστες τον ένοικο Θεό. «Διότι, ενώ προσευχόταν», (όπως λέει ο Λουκάς), «η εμφάνισή του έγινε διαφορετική», «έλαμψε σαν ήλιος», όπως γράφει ο Ματθαίος·
Και είπε «σαν ήλιος», όχι για να εκλάβει κάποιος ως αισθητό το φως εκείνο· - μείνε μακριά από τη νοητική τύφλωση εκείνων που δεν μπορούν να εννοήσουν τίποτε υψηλότερο από τα φαινόμενα τών αισθήσεων, - αλλά για να γνωρίσουμε ότι εκείνο που για τους ζώντες κατά τις αισθήσεις και βλέποντες δια τής αισθήσεως είναι ο ήλιος, το αντίστοιχο για τους ζώντες κατά πνεύμα και βλέποντες δια τού Πνεύματος είναι ο Χριστός ως Θεός, και δεν υπάρχει ανάγκη άλλου φωτός για τους θεοειδείς κατά την θεοπτία· Επειδή για τους αϊδίους Αυτός είναι φως και δεν υπάρχει άλλο· Γιατί, τι χρειάζεται δεύτερο φως σ' εκείνους που έχουν το μέγιστο;
Καθώς λοιπόν προσευχόταν έτσι, έλαμψε και φανέρωσε κρυφά στους διαλεκτούς τών μαθητών το απόρρητο εκείνο φως, ενώ ήταν παρόντες οι κορυφαίοι Προφήτες, για να δείξει ότι εκείνο το μακάριο θέαμα το προξένησε η προσευχή· και για να μάθουμε ότι δια του πλησιάσματος προς τον Θεό κατά την αρετή, και τής ενώσεως προς Αυτόν κατά το νου, προκαλείται και αναφαίνεται εκείνη η λαμπρότητα. Η λαμπρότητα που δίνεται και βλέπεται από όλους όσοι αδιάλειπτα ανυψώνονται προς τον Θεό, μέσω εύστοχης αγαθοεργίας και ειλικρινούς προσευχής.
Επειδή, όπως έχει λεχθεί, η αληθινή και θελκτικότατη ομορφιά, η σχετική με τη θεία και μακάρια φύση, βλέπεται μόνο από όποιον έχει καθαρίσει το νου του. Και όποιος αντικρύσει τις μαρμαρυγές και τις χάριτες αυτής τής ομορφιάς, μεταλαμβάνει κάτι από αυτή, σαν να ξαναχρωματίζεται η συνήθης όψη του με μια ανθηρή λάμψη. Γι' αυτό και το πρόσωπο τού Μωυσή έλαμψε όταν συνομιλούσε με τον Θεό.
11. Οράτε ότι και Μωυσής μετεμορφώθη αναβάς εις το όρος, και ούτως είδε την δόξαν Κυρίου; Αλλ' έπαθε την μεταμόρφωσιν, ουκ ενήργησε· κατά τον λέγοντα, "εις τούτο με φέρει το μέτριον ενταύθα φέγγος τής αληθείας, λαμπρότητα Θεού9 και ιδείν και παθείν".
Ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, οίκοθεν είχε την λαμπρότητα εκείνην· διό ουδέ προσευχής Αυτός εδείτο, θείω φωτί λαμπρυνούσης το σώμα, αλλ' όθεν τοις Αγίοις η λαμπρότης τού Θεού προσγενήσεται και όπως αυτοίς οφθήσεται υπεδείκνυ· λάμψουσι γαρ και οι δίκαιοι ως ήλιος εν τη βασιλεία τού Πατρός αυτών10, και ούτω φως όλοι γεγονότες θείον, ως θείου φωτός γεννήματα, τον θείως απορρήτως υπερλάμποντα όψονται Χριστόν, ού εκ τής θεότητος η δόξα φυσικώς προϊούσα κοινή και τού σώματος εν Θαβώρ εδείκνυτο, δια το ενιαίον τής υποστάσεως. Ούτω και δια τοιούτου φωτός το πρόσωπον Αυτού ως ο ήλιος έλαμψεν.
11. Βλέπετε ότι και ο Μωυσής μεταμορφώθηκε αφού ανέβηκε στο όρος, κι έτσι είδε τη δόξα του Κυρίου; Αλλά υπέστη την μεταμόρφωση, δεν την προξένησε, σύμφωνα μ' αυτόν που λέει ότι: "σ' αυτό με φέρνει το μέτριο εδώ φεγγοβόλημα τής αληθείας, να δω και να υποστώ τη λαμπρότητα του Θεού"9.
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός όμως, είχε από μόνος του τη λαμπρότητα εκείνη· γι' αυτό δε χρειαζόταν Αυτός ούτε προσευχή που λαμπρύνει το σώμα με θείο φως, αλλά υπεδείκνυε από πού θα προέλθει στους Αγίους η λαμπρότητα του Θεού και πώς θα ιδωθεί από αυτούς· Επειδή "θα λάμψουν και οι δίκαιοι σαν ήλιος στη βασιλεία τού Πατέρα τους",10 κι έτσι γινόμενοι ολόκληροι θείο φως, ως γεννήματα θείου φωτός, θα δουν τον Χριστό που θα αστράφτει με το υπέρλαμπρο μυστικό φως· από τού Οποίου τη θεότητα προερχόμενη φυσικώς η λάμψη, φάνηκε εξίσου και στο σώμα Του πάνω στο Θαβώρ, εξ αιτίας του ενιαίου τής υποστάσεως. Έτσι και μέσω τέτοιου φωτός έλαμψε το πρόσωπό Του σαν τον ήλιο.
12. Οι δε τον Έλληνα λόγον και την τού κόσμου τούτου σοφίαν εφ' ημών αυχούντες, και τοις πνευματικοίς ανδράσιν επί τών τού Πνεύματος λόγων μη πειθαρχείν όλως, αλλά και ανταίρειν προηρημένοι, φως ακούοντες τής επ' όρους του Κυρίου μετεμορφώσεως, το τοις Αποστολικοίς οφθαλμοίς εωραμένον, εις το αισθητόν ευθύς και κτιστόν κατάγονται φως, και κατασπώσιν εις τούτο το άυλον και ανέσπερον και αΐδιον και μη μόνον υπέρ αίσθησιν, αλλά και υπέρ νουν εκείνο φως, αυτοί κάτω κείμενοι και μηδέν υπέρ τα πρόσγεια νοείν δυνάμενοι.
Καίτοι Αυτός ο κατά τούτο λάμψας Άκτιστον ον προαπέδειξεν αυτό, βασιλείαν τούτο καλέσας του Θεού· ου γαρ εστίν η βασιλεία του Θεού δούλη και κτιστή, μόνη γαρ πάντων αβασίλευτος και αήττητος, και χρόνου παντός και αιώνος επέκεινα, και ου θέμις, φησίν, ήρχθα, ή φθάνεσθαι υπό αιώνων ή χρόνων την τού Θεού βασιλείαν. Ταύτην δε πιστεύομεν είναι την τών σωζόμενων κληρονομίαν.
12. Εκείνοι όμως που μάς προβάλλουν την Ελληνική παιδεία και τη σοφία του κόσμου τούτου και δεν πειθαρχούν καθόλου στους πνευματικούς άνδρες επί των ζητημάτων του Πνεύματος, (αλλά και προτιμούν να διαφωνούν), αυτοί επειδή είναι πεσμένοι κάτω και δεν μπορούν να αντιληφθούν τίποτε πάνω από τα γήινα, ακούγοντας για φως τής μεταμορφώσεως του Κυρίου επάνω στο όρος, που είδαν τα μάτια τών Αποστόλων, κατέρχονται αμέσως στο αισθητό και κτιστό φως· και υποβιβάζουν σε τέτοιο, εκείνο το άϋλο και ανέσπερο και αΐδιο φως, που είναι όχι μόνο πάνω από τις αισθήσεις, αλλά και πάνω από τη νόηση.
Κι όλα αυτά, παρά το ότι Αυτός που έλαμψε μ' αυτό το φως, απέδειξε από πριν ότι αυτό είναι άκτιστο, αφού το αποκάλεσε "βασιλεία του Θεού"· γιατί η βασιλεία του Θεού δεν είναι δούλη και κτιστή, αλλά αυτή μόνη απ' όλες είναι ανυπότακτη και αήττητη, και πέρα από κάθε χρόνο και αιώνα, και δεν είναι δίκαιο να λέγεται, ότι άρχισε ή ότι καταλαμβάνεται από αιώνες και χρόνους η βασιλεία του Θεού. Και αυτή πιστεύομε ότι είναι η κληρονομιά των σωζόμενων.
13. Επεί δε και μεταμορφωθείς ο Κύριος έλαμψε και την δόξαν και την λαμπρότητα και το φως έδειξεν εκείνο, και ήξει πάλιν οίος ώφθη τοις μαθηταίς εν τω όρει, άρα προσελάβετό τι φως και εις τους αιώνας έξει, ό πρότερον ουκ είχεν; Άπαγε τής βλασφημίας· ο γαρ τούτο λέγων, τρεις φύσεις επί τού Χριστού δοξάσει, την τε θείαν και την ανθρωπίνην, και την τού φωτός εκείνου·
τοιγαρούν ουχ ετέραν, αλλ' ην είχεν αφανώς λαμπρότητα ταύτην εφανέρωσεν. Είχε δε υπό την σάρκα κεκρυμμένην την λαμπρότητα τής φύσεως της θείας. Ουκούν τής θεότητός εστί το φως εκείνο, και Άκτιστον εστίν· επεί και μετεμορφώθη Χριστός κατά τους θεολόγους11, ουχ ό ουκ ην προσλαβόμενος, ουδέ εις όπερ ουκ ην μεταβαλλόμενος, αλλ' όπερ ην τοις οικείοις μάθηταίς εκφαινόμενος, διανοίγων τούτων τα όμματα και εκ τυφλών εργαζόμενος βλέποντας.
Οράς ότι προς το φως εκείνο τυφλοί εισιν οι κατά φύσιν ορώντες οφθαλμοί; Ουκούν ουδέ το φως εκείνο αισθητόν, ουδέ οι ορώντες αισθητικοίς απλώς εώρων οφθαλμοίς, αλλά μετασκευασθείσι τη δυνάμει τού θείου Πνεύματος.
13. Αλλά μήπως, επειδή ο Κύριος, όταν μεταμορφώθηκε, έλαμψε κι έδειξε τη δόξα και τη λαμπρότητα και το φως εκείνο, και θα έλθει πάλι όπως τον είδαν οι μαθητές στο όρος, σημαίνει ότι προσέλαβε και θα έχει στους αιώνες κάτι που δεν είχε προηγουμένως; Μακριά από αυτή τη βλασφημία! Επειδή όποιος θα πει κάτι τέτοιο, θα υποδείξει τρεις φύσεις στο Χριστό: τη θεία, την ανθρώπινη και τη φύση εκείνου του φωτός.
Άρα δεν φανέρωσε άλλη λαμπρότητα, αλλά εκείνη που είχε αφανώς. Και είχε κρυμμένη κάτω από τη σάρκα τη λαμπρότητα της θείας φύσεως. Επομένως το φως εκείνο είναι της θεότητας και είναι άκτιστο· επειδή, κατά τους θεολόγους11, ο Χριστός μεταμορφώθηκε, όχι προσλαμβάνοντας ό,τι δεν ήταν, ούτε μεταβαλλόμενος σε κάτι που δεν ήταν, αλλά φανερώνοντας στους μαθητές Του ό,τι ήταν, ανοίγοντάς τους τα μάτια και από τυφλούς τους έκανε να βλέπουν.
Βλέπεις ότι τα μάτια που βλέπουν κατά φύση είναι τυφλά προς το φως εκείνο; Επομένως ούτε εκείνο το φως είναι αισθητό ούτε οι βλέποντες έβλεπαν απλώς με σωματικά μάτια, αλλά με μάτια που είχαν μετασκευασθεί με τη δύναμη του θείου Πνεύματος.
14. Ενηλλάγησαν ουν, και ούτω την εναλλαγήν είδον, ουχ ην αρτίως, αλλ' ην εξ αυτής τής προσλήψεως έλαβε το ημέτερον φύραμα, θεωθέν τη ενώσει τού Λόγου τού Θεού.
Εντεύθεν και η εν παρθενία συλλαβούσά τε και τεκούσα ξένως τον εξ αυτής τεχθέντα σαρκοφόρον Θεόν επέγνω, και Συμεών ως βρέφος τούτον μετά χείρας λαβών και η πρεσβύτις Άννα προσυπαντήσασα· διεφαίνετο γαρ οίον δι' υελίνων υμένων η θεία δύναμις διαυγάζουσα τοις έχουσι τους οφθαλμούς τής καρδίας κεκαθαρμένους.
14. Εναλλάχθηκαν λοιπόν, κι έτσι είδαν την εναλλαγή, την οποία δεν έλαβε πλήρως το φύραμά μας, αλλά θεώθηκε από την πρόσληψή του, μέσω τής ενώσεως με τον Λόγο του Θεού.
Με τον ίδιο τρόπο και εκείνη που συνέλαβε παρθενικώς και γέννησε παραδόξως επέγνωσε τον απ' αυτήν τεχθέντα ως σαρκοφόρο Θεό, καθώς και ο Συμεών που τον πήρε στα χέρια του ως βρέφος και η ηλικιωμένη Άννα που τον συναπάντησε· επειδή η θεία δύναμη διακρινόταν απ' αυτούς που έχουν καθαρά τα μάτια τής καρδιάς, σαν να έλαμπε μέσα από γυάλινα περιβλήματα.
15. Τι δε και τών άλλων απολαμβάνει τους κορυφαίους και ανάγει τούτους, και κατ' ιδίαν μόνους;
ίνα τι πάντως υποδείξη μέγα τε και μυστικόν. Πώς ουν μέγα και μυστικόν η τού αισθητού φωτός θέα, ην αυτοί τε οι εκλεγέντες και πριν αναχθήναι, και συν αυτοίς οι κάτω λειφθέντες είχον; Τις δε αυτοίς χρεία και Πνεύματος δυνάμεως και τής δι' αυτής προσθήκης ή εναλλαγής ομμάτων προς την τού φωτός εκείνου θέαν, είπερ αισθητόν τε και κτιστόν; Πώς δε δόξα και βασιλεία τού Πατρός και τού Πνεύματος το φως το αισθητόν;
Πώς δ' εν τη τοιαύτη δόξη και βασιλεία κατά τον μέλλοντα αιώνα ήξει ο Χριστός, ότε ουκ αέρος, ου φωτός, ου τόπου χρεία και τών τοιούτων, αλλ' αντί πάντων κατά τον Απόστολον ημίν έσται ο Θεός;12 Ει δε αντί πάντων, και αντί φωτός πάντως. Όθεν δείκνυται πάλιν και το φως εκείνο τής θεότητος ον, επεί και ο θεολογικώτατος τών Ευαγγελιστών Ιωάννης δια τής αποκαλύψεως εκφαίνει, ως η μέλλουσα και μένουσα εκείνη πόλις «ου χρείαν έχει του ηλίου ουδέ τής σελήνης, ίνα φαίνωσιν εν αυτή· η γαρ δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν και ο λύχνος αυτής, το αρνίον»13 .
Άρ' ου φανερώς υπέδειξεν ημίν κακεί τον εν Θαβωρίω νυν θείως μεταμορφωθέντα Ιησούν, ος έχει μεν ως λύχνον το σώμα, αντί δε φωτός την εκφανείσαν επ' όρους τοις συναναβάσι δόξαν της θεότητος;
Αλλά και περί των ενοικούντων τη πόλει εκείνη ο αυτός φησιν ως «ουχ έξουσι χρείαν φωτός λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτίσει επ' αυτούς, και νυξ ουκ έσται έτι»14 . Τι ουν το φως τούτο, παρ' ω ουκ εστί παραλλαγή ή τροπής αποσκίασμα15; Τι το άτρεπτον και ανέσπερον τούτο φως; Άρ' ου της θεότητος;
15. Και γιατί παίρνει από τους άλλους τους κορυφαίους και τους ανεβάζει, και μάλιστα ιδιαιτέρως μόνους τους;
Οπωσδήποτε για να υποδείξει κάτι σπουδαίο και μυστικό. Πώς λοιπόν θα ήταν σπουδαίο και μυστικό το θέαμα τού αισθητού φωτός, ένα θέαμα που είχαν οι ίδιοι οι διαλεγμένοι και πριν ανεβασθούν και που το είχαν μαζί με αυτούς και οι απομείναντες κάτω; Και σε τι θα τους χρειαζόταν η δύναμη του Αγίου Πνεύματος και η προσθήκη ή εναλλαγή τών ματιών τους με τη δύναμη αυτή, προκειμένου να δουν εκείνο το φως, αν ήταν αισθητό και κτιστό; Και πώς μπορεί να είναι λάμψη και βασιλεία του Πατρός και του Πνεύματος το αισθητό φως;
Και πώς θα έλθει ο Χριστός κατά τον μέλλοντα αιώνα σε μια τέτοια λάμψη και βασιλεία, όταν δεν θα υπάρχει ανάγκη ούτε αέρα, ούτε φωτός, ούτε τόπου, ούτε άλλων ομοίων, αλλά σύμφωνα με τον Απόστολο αντί όλων θα είναι για μας ο Θεός12; Εάν δε θα είναι αντί όλων, θα είναι οπωσδήποτε και αντί του φωτός. Κι από αυτά πάλι αποδεικνύεται, ότι το φως εκείνο είναι της θεότητας, επειδή και ο θεολογικότατος από τους ευαγγελιστές Ιωάννης δια τής Αποκαλύψεως φανερώνει ότι η μέλλουσα και μένουσα εκείνη πόλη «δεν έχει ανάγκη τού ηλίου ούτε τής σελήνης για να φέγγουν σ' αυτήν διότι τη φώτισε η δόξα του Θεού και ο λύχνος της, το Αρνί»13.
Άρα δεν μας υπέδειξε φανερά κι εκεί, τον Ιησού που τώρα μεταμορφώθηκε με θείο τρόπο στο Θαβώρ, ο Οποίος έχει μεν ως λυχνάρι το σώμα, αλλά αντί για φως έχει τη δόξα τής θεότητας που φανερώθηκε επάνω στο όρος στους συνοδούς που ανέβηκαν μαζί του;
Αλλά και για τους κατοικούντες σ' εκείνη την πόλη λέγει ο Ίδιος ότι «δεν θα έχουν ανάγκη φωτός λυχναριού και φωτός ηλίου, διότι θα φωτίσει σ' αυτούς ο Κύριος ο Θεός, και δεν θα υπάρχει πλέον νύχτα»14. Τι είναι λοιπόν αυτό το φως, στο οποίο δεν υπάρχει παραλλαγή ούτε σκιώδης μετατροπή15; Τι είναι το αμετάτρεπτο και ανέσπερο τούτο φως; Δεν είναι της θεότητας;
16. Αλλά και ο Μωυσής και ο Ηλίας, και μάλιστα ο Μωυσής, ψυχή υπάρχων ουκ ενσώματος, πώς ώφθησαν και εδοξάσθησαν δι' αισθητού φωτός; Και ούτοι γαρ οφθέντες εν δόξη τηνικαύτα έλεγον την έξοδον ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ. Πώς δε και επέγνωσαν ους ούπω πρότερον είδον οι Απόστολοι, ει μη τη αποκαλυπτική δυνάμει του φωτός εκείνου;16. Αλλά και ο Μωυσής και ο Ηλίας, και μάλιστα ο Μωυσής, που ήταν ψυχή χωρίς σώμα, πώς φάνηκαν και φωτίσθηκαν μέσω αισθητού φωτός; Επειδή και αυτοί, που φάνηκαν μέσα σε λάμψη, έλεγαν εκείνη την ώρα την έκβαση που έμελλε να εκπληρωθεί στην Ιερουσαλήμ. Και πώς και οι Απόστολοι αναγνώρισαν εκείνους που δεν είχαν δει προηγουμένως, αν όχι δια της αποκαλυπτικής δυνάμεως του φωτός εκείνου;
17. Αλλ' ίνα μη κατατείνωμεν υμών επί πολύ την διάνοιαν, τα μεν υπόλοιπα τών ευαγγελικών ρημάτων επί τού καιρού ταμιευσόμεθα τής πανιέρου και θείας ιερουργίας. Πιστεύοντες δε, ως εδιδάχθημεν παρά τών υπό τού Χριστού φωτισθέντων, άτε μόνων ακριβώς ειδότων (τα γαρ μυστήριά μου εμοί και τοις εμοίς, φησί, δια του προφήτου16 ο Θεός)·
καλώς ουν πιστεύοντες, ως εδιδάχθημεν, και τού μυστηρίου συνιέντες τής τού Κυρίου μεταμορφώσεως, οδεύσωμεν προς την λάμψιν τού φωτός εκείνου και τού κάλλους ερασθέντες τής αναλλοιώτου δόξης, το όμμα τής διανοίας των γηΐνων μολυσμών εκκαθάρωμεν, παν περιφρονούντες τερπνόν και περικαλλές, ό μη μόνιμον· ό, καν ηδύ δοκή, αλλ' οδύνην προξενεί την αιώνιον, καν ώραν φέρη τω σώματι, αλλά τη ψυχή περιβάλλει τον δυσειδή χιτώνα τής αμαρτίας εκείνον, δι' ον δεθείς χείρας και πόδας ο μη το ένδυμα τής αφθάρτου συναφείας έχων, εις το πυρ εκείνο και το σκότος εξάγεται το εξώτερον.
17. Αλλά, για να μη ταλαιπωρούμε για πολύ τη διάνοιά σας, τα μεν υπόλοιπα των ευαγγελικών λόγων θα επιφυλάξουμε για την ώρα της πανίερης και θείας λειτουργίας. Πιστεύοντας δε, όπως διδαχθήκαμε από τους φωτισθέντες από τον Χριστό, που μόνοι γνωρίζουν ακριβώς (διότι τα μυστήρια μου, λέγει ο Θεός δια του προφήτου16, είναι για μένα και για τους ιδικούς μου).
Πιστεύοντας λοιπόν σωστά, όπως διδαχθήκαμε, και κατανοώντας το μυστήριο της μεταμορφώσεως του Κυρίου, ας βαδίσουμε προς τη λάμψη εκείνου του φωτός· και, αφού αγαπήσουμε την ομορφιά της αναλλοίωτης δόξας, ας καθαρίσουμε το μάτι της διανοίας από τους γήινους μολυσμούς, περιφρονώντας κάθε τερπνό και ωραίο, που δεν είναι μόνιμο· το οποίο, και αν ακόμη φαίνεται γλυκό, προξενεί την αιώνια οδύνη, και αν φέρνει τέρψη στο σώμα, ντύνει όμως την ψυχή μ' εκείνο τον άσχημο χιτώνα της αμαρτίας, εξ αιτίας του οποίου, αφού δέθηκε χειροπόδαρα αυτός που δεν είχε το ρούχο της άφθαρτης ομοιότητας, διώχνεται έξω, σ' εκείνο το πυρ και το σκότος το εξώτερο.
18. Ού ρυσθείημεν άπαντες ελλάμψει και επιγνώσει του αΰλου και αϊδίου φωτός τής τού Κυρίου μεταμορφώσεως, εις δόξαν Αυτού και τού ανάρχου Αυτού Πατρός και τού ζωοποιού Πνεύματος, ων μία και η αυτή λαμπρότης τε και Θεότης και δόξα και βασιλεία και δύναμις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.18. Από αυτό μακάρι να ελευθερωθούμε όλοι με την έλλαμψη κι επίγνωση τού άυλου και αϊδίου φωτός τής μεταμορφώσεως τού Κυρίου, σε δόξα Αυτού και τού ανάρχου Πατρός και τού ζωοποιού Πνεύματος, τών οποίων μία και μοναδική είναι η λαμπρότητα και θεότητα και δόξα και βασιλεία και δύναμη, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

Σημειώσεις:

1. Η περικοπή τού ευαγγελίου τού όρθρου είναι Λουκά 9:28-36. Βλέπε και Ματθαίος 17:1-9 και Μάρκος 9:2-8.
2. Ματθ. 17: 1.
3. Ματθ. 16: 28.
4. Λουκά 9: 28.
5. Λουκά 9: 27.
6. Α΄ Κορ. 2: 9.
7. Ματθ. 14: 22 εε..
8. Ματθ. 26: 36.
9. Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Προς Γαβράν 20, συγγράμματα Β΄, σ. 347.
10. Ματθ. 13: 43.
11. Ιω. Δαμασκηνού, “Εις την Μεταμόρφωσιν 12, PG 96, 564c.
12. Κορ. 15: 28.
13. Αποκ. 21: 23.
14. Αποκ. 22: 5.
15. Ιακ. 1: 17.
16. Δαν. 2: 27  εε...

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...